
Καμιά φορά και δυο καιρούς, σε έναν τόπο μακρυνό και διόλου ονειρεμένο, σην μέση ενός μαύρου και μελαγχολικού δάσους, έστεκε ένα μικρό χωριό. Επισκέπτες δεν είχε ποτέ, αφού ήταν εξαφανισμένο από τους χάρτες. Ο μύθος έλεγε πως ήταν καταραμένο. Κάθε τριακόσια χρόνια είχε μόνο έναν επισκέπτη. Έναν κομήτη μικρό που έπεφτε με όλη του την ταχύτητα από τους ουρανούς, αφανίζοντας ότι υπήρχε στο μικρό χωριό.
Μέσα στον χρόνο, οι οικογένειες του χωριού έμαθαν πολύ καλά ακόμα και την ώρα που θα ερχόταν ο επισκέπτης τους. Λίγες ώρες πριν, μάζευαν όλα τους τα υπάρχοντα, αφήνοντας γυμνά τα σπίτια τους και δημιουργώντας ένα μεγάλο καραβάνι, έμπαιναν στην ασφάλεια του δάσους... Παρακολουθώντας από μακρυά και σε απόσταση ασφαλείας τον κομήτη να διαλύει με την οργή του τα σπίτια τους και τον τόπο τους.
Διανυκτέρευαν μέσα στο δάσος και την επόμενη, άρχιζαν σιγά σιγά τον δρόμο προς το χωριό τους. Έστεκαν μαύρες φιγούρες, φαντάσματα σχεδόν, πάνω από τα χαλάσματα των κόπων τους. Είχαν σταματήσει από καιρό τα δάκρυα και τα μοιρολόγια. Οι πατεράδες και οι γηραιοί του χωριού μάθαιναν τους νεότερους ότι αυτή η διαδικασία ήταν φυσική και αναπόφευκτη. Δεν μπορούσε να γίνει τίποτα για να αλλάξει. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να ξαναστήνουν το χωριό τους και τα σπίτια τους από την αρχή.
Στα παλιότερα χρόνια, είχαν σκεφτεί και την λύση να φύγουν από το χωριό και να φτιάξουν κάποιο άλλο από την αρχή, σε έναν άλλο τόπο, όπου δεν τον επισκέπτονταν κομήτες. Όσο γρήγορα το σκέφτηκαν, εξίσου γρήγορα παράτησαν την ιδέα. Αγαπούσαν τον τόπο τους και δεν ήταν διατεθειμένοι να τον αφήσουν. Απλώς συμβιβάστηκαν με την ανακατασκευή του χωριού τους κάθε τριακόσια χρόνια. Μερικοί έβλεπαν τον κομήτη σαν ευλογία, σαν θέλημα Θεού. Θεωρούσαν πως ο κομήτης ερχόταν για να εξαγνίσει τον τόπο τους και να τους δώσει μία ευκαιρία για καινούργιες αρχές.
Είκοσι μέρες πριν τον ερχομό του κομήτη, το χωριό συνέχιζε τους κανονικούς τους ρυθμούς. Κανένας ξένος που ίσως ερχόταν στο χωριό δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως σε λίγες μέρες ο τόπος εκείνος θα καταστρεφόταν και θα έπρεπε να αναγεννηθεί από την αρχή. Όλοι του οι κάτοικοι φέρονταν τόσο φυσιολογικά και ήρεμα, που κανείς δεν θα μπορούσε να μαντέψει την προγραμματισμένη και επερχόμενη καταστροφή. Όντως ο ξένος ταξιδευτής που περνούσε την όμορφη πύλη του χωριού, δεν έβαλε κακό στο μυαλό του. Οι κάτοικοι τον κοίταζαν με απορία, αφού είχαν συνηθίσει τον ερχομό ενός και μόνο επισκέπτη τόσα χρόνια.
Φαινόταν πως ο ταξιδευτής δεν ήταν από τα μέρη. Η φορεσιά του ήταν παράξενη και ο ίδιος ήταν πολύ ψηλός. Σταμάτησε με μια ήρεμη κίνηση μπροστά από τον φούρναρη που τον κοίταζε αποσβολωμένος και τον ρώτησε με ακόμη πιο ήρεμη φωνή:
-Καλημέρα κύριε... Μήπως μπορείτε να μου πείτε που μπορώ να περάσω την νύχτα μου απόψε; Ταξιδεύω μέρες πολλές και είμαι πολύ κουρασμένος.
-Άνθρωπέ μου, δεν υπάρχει πανδοχείο εδώ. Δεν σου μίλησε κανείς γι'αυτό το μέρος;
Ο ταξιδευτής φάνηκε να παραξενεύεται με την απάντηση του φούρναρη. Έκανε μόνο ένα νεύμα αρνητικό. Ο φούρναρης γέλασε κάτω από τα μουστάκια του και είπε χωρίς δεύτερη σκέψη:
-Αν είναι για μια μέρα, μπορείς να κοιμηθείς στο σπίτι μου. Θα πω στην γυναίκα μου να σου ετοιμάσει τον ξενώνα για να ξεκουραστείς. Αλλά μόνο για μια μέρα! Σύμφωνοι;
Του απάντησε καταφατικά και τον ακολούθησε στο σπίτι του, που βρισκόταν πάνω από τον φούρνο.
Λίγες ώρες αργότερα και καθώς η γυναίκα του φούρναρη ετοίμαζε φαγητό, οι δυο άντρες είχαν πιάσει κουβέντα. Ο ταξιδευτής έλεγε στους οικοδεσπότες για χώρες μακρυνές και λαούς που γνώρισε. Εκείνοι τον άκουγαν με ευλάβεια, ρουφώντας όλες τις πληροφορίες που τόσο απλόχερα τους προσέφερε. Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να ρωτήσει γι'αυτό που του είχε πει ο φούρναρης για τον τόπο τους. Αποφάσισε να το τολμήσει όμως. Το ζευγάρι φάνηκε να διστάζει, αλλά διηγήθηκε την ιστορία του χωριού λεπτομερώς.
Όταν έφτασε η ώρα του ύπνου, ο ταξιδευτής χώθηκε στο κρεβάτι και κοιμήθηκε ανήσυχα. Τα λεγόμενα του φούρναρη και της γυναίκας του, τον απασχολούσαν βαθιά. Σηκώθηκε ξημερώματα και τους περίμενε στην κουζίνα για να τους πει τις σκέψεις του. Στα ταξίδια του απέκτησε πολλές εμπειρίες και έμαθε πολλά. Ήξερε την λύση. Ή τουλάχιστον πίστευε πως την ήξερε. Τα λεγόμενά του έφτασαν στα αυτιά όλων των κατοίκων του χωριού και τους γέμισαν ελπίδες. Το ίδιο βράδυ, συγκεντρώθηκαν όλοι τους για να ακούσουν την λύση που είχε να τους προτείνει.
"Θα αλλάξουμε τα αστέρια. Θα φτιάξουμε έναν καινούργιο δρόμο στον ουρανό για τον κομήτη έτσι ώστε να πέφτει αλλού, μακρυά από αυτόν τον τόπο και αυτόν τον πλανήτη..." ακούστηκαν ηχηρά τα λόγια του και με μεγάλη δόση πίστης. Σιωπή. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, κυριάρχησαν κάποια μικρά γέλια και σούσουρο. Ο ταξιδευτής κατάλαβε πως τον πέρασαν για τρελλό. Συνέχισε ακάθεκτος: "Δεν θέλω να κάτσει κανένας σας στο χωριό... Θα κάνετε αυτό που έχετε συνηθίσει, θα μαζέψετε τα πράγματά σας και θα φύγετε. Εγώ όμως, κάθε βραδιά μέχρι εκείνη την μέρα, θα σχηματίζω τον δρόμο για τον κομήτη... Και θα κάτσω μόνο εγώ στο χωριό εκείνη την μέρα.".
Αποφάσισαν να τον αφήσουν, μιας και όλοι πίστεψαν πως ο άνθρωπος ήταν τρελλός και ήθελε να υπογράψει την θανατική του καταδίκη. Τον έβλεπαν κάθε βράδυ να έχει στραμμένο το δάχτυλο στον ουρανό και με διάφορα εργαλεία να σχηματίζει πορείες νοητές και κατευθύνσεις αμέτρητες. Όταν έφτασε το προηγούμενο βράδυ από την μέρα του ερχομού του κομήτη, ο ταξιδευτής είχε τελειώσει την δουλειά του. Όλοι οι κάτοικοι είχαν μαζευτεί με την καθιερωμένη ιεροτελεστία τους στο δάσος και περίμεναν να δουν την αποτυχία του ξένου.
Είχε ξημερώσει και όλοι περίμεναν. Πέρασε η ώρα και περίμεναν ακόμα. Η απορία και η ελπίδα άρχισαν να χοροπηδάνε στα πρόσωπα όλων. Άρχισε να σουρουπώνει πια και ο κομήτης δεν είχε φανεί. Αποφάσισαν με διστακτικότητα να πάρουν τον δρόμο του γυρισμού. Στο χωριό βρήκαν τον ταξιδευτή καθισμένο, χωρίς ίχνος αγωνίας αλλά με ένα χαμόγελο ήρεμο, όπως εξάλλου έκανε τα πάντα. Με ηρεμία.
"Τελείωσε" τους είπε. "Δεν φοβάστε τίποτα τώρα πια!".
Τα δάκρυα που παρέμεναν κρατημένα αιώνες ολόκληρους, από γενιά σε γενιά, ξέσπασαν και άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια όλων. Μόνο που δεν ήταν δάκρυα πόνου... Ήταν δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης.
Υ.Γ. Η πίστη και η θέληση μπορούν να αλλάξουν τα πάντα. Ακόμα και τον ουρανό τον ίδιο.
(Εννοείται πως όλο το κείμενο είναι τελείως μεταφορικό και ελπίζω να μην διαβάσω σχόλια του τύπου "δεν μπορεί να γίνει αυτό" και "η επιστήμη το αποκλείει" κτλ.)
:)